Tuesday, February 28, 2006

θελξίπικρος έρως

για τα φαρμάκια του έρωτα, φάρμακο το τραγούδι, / κι άλλο κανένα, ούτε αλοιφή ούτε σκόνη. / αυτό, νικία μου, τον άνθρωπο γλυκαίνει, τον πραΰνει. / μα δύσκολα το βρίσκεις. / καλά το ξέρεις βέβαια, γιατρός η χάρη σου, / και των εννιά mουσών αγαπημένος. / με τέτοιο γιατρικό άντεχε τον καημό του ο κύκλωπας / ο πράγματι πολύφημος, που εδώ γεννήθηκε, χρόνους αρχαίους, / όταν –το χνούδι μόλις άνθιζε– σε πάθος έπεσε για τη γαλάτεια. / α, δεν αγάπησε αυτός με ρόδα ή μήλα και βοστρύχους. / μ’ άγρια μανία αγάπησε – και τα λοιπά, άνοστα όλα. / πάλι και πάλι με το λιόγερμα γυρνούσε ορφανεμένο / το κοπάδι απ’ το χλωρό λιβάδι. αυτός, άγρια χαράματα / κι έλιωνε στα φύκια δίπλα της ακρογιαλιάς, / από τον πόνο έλιωνε – από το βέλος / που του κάρφωσε στα σωθικά η κύπρις. / μα βρήκε φάρμακο. σε βράχο κάθονταν, / το βλέμμα του να πελαγίζει, και τραγουδούσε: / “λευκή γαλάτεια, τόσο να σ’ αγαπώ κι εσύ να μ’ αποδιώχνεις. / λευκή εσύ, και το χλωρό μου το τυρί ωχριά μπροστά σου. / απ’ την αμνάδα πιο απαλή, πιο ατίθαση από μόσχο· / στιλπνότερη απ’ του σταφυλιού την άγουρη τη ρώγα. / μόνο στον ύπνο μου φοιτάς και τον γλυκαίνεις. / μα όταν ο ύπνος ο γλυκός μ’ αφήνει, / φεύγεις ευθύς καθώς τ’ αρνί σαν δει τον άσπρο λύκο φεύγει. / με πήρε ο έρωτας για σε όταν σε πρωτόδα. / ήρθες με τη μητέρα μου υάκινθους να δρέψεις / στο βουνό, κι εγώ οδηγός σας. / και σε ξανάδα. και πια δεν δύναμαι τον έρωτα να φύγω. / μα εσύ δεν νοιάζεσαι. μά τον θεό, δεν νοιάζεσαι καθόλου. [...] ξέρω, καλή, ξέρω ποιος λόγος σ’ αποδιώχνει. / δασύ το φρύδι μου, όλο το μέτωπο σκεπάζει, / μακραίνει απ’ το ’να αυτί ώς τ’ άλλο. / κάτω απ’ το φρύδι, ένα μονάχα μάτι, / και πάνω από το χείλι, μύτη φαρδιά. / μα κι έτσι αν είμαι, έχω τα χίλια πρόβατα, / το πιο γλυκό το γάλα αρμέγω και το πίνω. / ποτέ δεν μου απολείπει το τυρί, μα καλοκαίρι ή φθινόπωρο, / μα τον βαρύ χειμώνα. γεμάτα πάντα τα κοφίνια μου. / απ’ όλους τού νησιού τους κύκλωπες, ξέρω καλύτερα να παίζω το σουραύλι μου /. πάλι και πάλι πιάνω να σε τραγουδώ, μήλο γλυκόμηλό μου, ώσπου βαθαίνει η νύχτα. [...] με κατακαίς. και τη ζωή μου ας χάσω για τη χάρη σου, / και το μοναδικό μου μάτι, ό,τι περσότερο με τέρπει”. / έτσι γαλήνεψε τον έρωτα ο πολύφημος, με το τραγούδι του, / και πιο καλά, παρά ξοδεύοντας χρυσάφι.

θεόκριτος, κύκλωψ [απόσπασμα] - μτφρ.: παντελής μπουκάλας, "η καθημερινή", κυριακή 12 φεβρουαρίου 2006