Tuesday, February 28, 2006

αύριο



κι αύριο ο ήλιος ξανά θα λάμψει
και στο δρόμο που θα πάρω
ξανά θα μας ενώσει, ευτυχισμένοι εμείς
σ' αυτή τη γη που ήλιου φως ανασαίνει...

και στην ακτή, στη μεγάλη ακτή με τα γαλάζια κύματα
θα κατεβούμε ήσυχα κι αργά
μες στα μάτια βουβά θα κοιταχτούμε
κι η ησυχία της ευτυχίας θα μας σκεπάσει


[richard strauss / john henry mackay, morgen - με την barbara bonney, και τον malcolm martineau στο πιάνο - στην αρχική πιο ανάλαφρη -και αρμόζουσα ίσως- εκδοχή του τραγουδιού που χορογράφησε ο δημήτρης παπαϊωάννου ως 'τραγούδι 99' στην ανθρώπινη δίψα [jessye norman, leipzig gewandhaus orchester / kurt masur], και ξαναπεριέλαβε -πάντα με τους εκπληκτικούς γιάννη γιαπλέ και νίκο δραγώνα- στο για πάντα - περιμένοντας το νέο του έργο - ως ανάμνηση ως ευχή ως καλημέρα: εις εαυτόν και φίλους]

σκρόφα μάνα

το κοριτσάκι σταματάει στη βιτρίνα του χαρτοπωλείου και κοιτάζει με λαχτάρα τα χρωματιστά μολύβια:

- τέτοια θέλω να μου πάρεις!
- τέτοια; θα γίνεις ζωγράφος μωρό μου; η μαμά.
- ναι!
- μια μέρα θα βγούμε να σου πάρω τα καλύτερα! την τραβάει ν' απομακρυνθούν αλλά η μικρή μαγνητισμένη ξαναγυρνά και δείχνει με το δάχτυλο:
- κι απ΄αυτά θέλω!
- τα πινέλα;
- ναι!
- απ' όλα θα σου πάρω αγάπη μου! και την ξανατραβά ρίχνοντας ένα μισό χαμόγελο 'τι να την κάνω;!' σ' έναν θεατή της σκηνής.

μέχρι που είδα το χαμόγελο σκεφτόμουνα πως ίσως να μην είχαν λεφτά να ξοδεύουν για χρώματα [γιατί αν ήταν κόρη μου θα της είχα ήδη πάρει το μεγάλο κουτί]. μετά το χαμόγελο είδα και τις σακκούλες του 'χόντου'

θελξίπικρος έρως

για τα φαρμάκια του έρωτα, φάρμακο το τραγούδι, / κι άλλο κανένα, ούτε αλοιφή ούτε σκόνη. / αυτό, νικία μου, τον άνθρωπο γλυκαίνει, τον πραΰνει. / μα δύσκολα το βρίσκεις. / καλά το ξέρεις βέβαια, γιατρός η χάρη σου, / και των εννιά mουσών αγαπημένος. / με τέτοιο γιατρικό άντεχε τον καημό του ο κύκλωπας / ο πράγματι πολύφημος, που εδώ γεννήθηκε, χρόνους αρχαίους, / όταν –το χνούδι μόλις άνθιζε– σε πάθος έπεσε για τη γαλάτεια. / α, δεν αγάπησε αυτός με ρόδα ή μήλα και βοστρύχους. / μ’ άγρια μανία αγάπησε – και τα λοιπά, άνοστα όλα. / πάλι και πάλι με το λιόγερμα γυρνούσε ορφανεμένο / το κοπάδι απ’ το χλωρό λιβάδι. αυτός, άγρια χαράματα / κι έλιωνε στα φύκια δίπλα της ακρογιαλιάς, / από τον πόνο έλιωνε – από το βέλος / που του κάρφωσε στα σωθικά η κύπρις. / μα βρήκε φάρμακο. σε βράχο κάθονταν, / το βλέμμα του να πελαγίζει, και τραγουδούσε: / “λευκή γαλάτεια, τόσο να σ’ αγαπώ κι εσύ να μ’ αποδιώχνεις. / λευκή εσύ, και το χλωρό μου το τυρί ωχριά μπροστά σου. / απ’ την αμνάδα πιο απαλή, πιο ατίθαση από μόσχο· / στιλπνότερη απ’ του σταφυλιού την άγουρη τη ρώγα. / μόνο στον ύπνο μου φοιτάς και τον γλυκαίνεις. / μα όταν ο ύπνος ο γλυκός μ’ αφήνει, / φεύγεις ευθύς καθώς τ’ αρνί σαν δει τον άσπρο λύκο φεύγει. / με πήρε ο έρωτας για σε όταν σε πρωτόδα. / ήρθες με τη μητέρα μου υάκινθους να δρέψεις / στο βουνό, κι εγώ οδηγός σας. / και σε ξανάδα. και πια δεν δύναμαι τον έρωτα να φύγω. / μα εσύ δεν νοιάζεσαι. μά τον θεό, δεν νοιάζεσαι καθόλου. [...] ξέρω, καλή, ξέρω ποιος λόγος σ’ αποδιώχνει. / δασύ το φρύδι μου, όλο το μέτωπο σκεπάζει, / μακραίνει απ’ το ’να αυτί ώς τ’ άλλο. / κάτω απ’ το φρύδι, ένα μονάχα μάτι, / και πάνω από το χείλι, μύτη φαρδιά. / μα κι έτσι αν είμαι, έχω τα χίλια πρόβατα, / το πιο γλυκό το γάλα αρμέγω και το πίνω. / ποτέ δεν μου απολείπει το τυρί, μα καλοκαίρι ή φθινόπωρο, / μα τον βαρύ χειμώνα. γεμάτα πάντα τα κοφίνια μου. / απ’ όλους τού νησιού τους κύκλωπες, ξέρω καλύτερα να παίζω το σουραύλι μου /. πάλι και πάλι πιάνω να σε τραγουδώ, μήλο γλυκόμηλό μου, ώσπου βαθαίνει η νύχτα. [...] με κατακαίς. και τη ζωή μου ας χάσω για τη χάρη σου, / και το μοναδικό μου μάτι, ό,τι περσότερο με τέρπει”. / έτσι γαλήνεψε τον έρωτα ο πολύφημος, με το τραγούδι του, / και πιο καλά, παρά ξοδεύοντας χρυσάφι.

θεόκριτος, κύκλωψ [απόσπασμα] - μτφρ.: παντελής μπουκάλας, "η καθημερινή", κυριακή 12 φεβρουαρίου 2006

Wednesday, February 22, 2006

beste-i zincir-i zulfun gonul ey dilruba



η καρδιά είναι δεμένη με την αλυσίδα της κλειδαριάς σου, ω κλέφτη των καρδιών

[tanburi isak: gulizar beste, usul zincir [απόσπασμα] - bezmara music ensemble, έκδοση σε cd εν χορδαίς]

Saturday, February 18, 2006

[don't mind me: i 'm drunk]



αγαπημένο τρελόπαιδο

πήγα πάλι αλλά. δεν ήσουν. [ok - δεν προλάβαινα να σ' ειδοποιήσω. και δεν ήξερα]. κοίταζα την τζαμόπορτα αλλά. δεν έμπαινες. έπαιζαν ωραία μουσική. αλλά όχι ακριβώς την δική μας. χρειάστηκε να ζητήσω τα λαχανικά. χτύπησα [πάλι] δυο byeloruski. έφτιαξα κεφάλι. είδα έναν κούρο [με κοίταξε κι αυτός]. αλλά δεν ήσουν. hope you 're well. miss you.

yours

Tuesday, February 14, 2006

[για όσους επιμένουν / μια ευκαιρία απλώς]



αυτά τα ζεστά παράξενα κάπως ταλαιπωρημένα -αλλά πολύ αγαπημένα- τριαντάφυλλα του steichen

ohseriousseriousserious

Monday, February 13, 2006

η κυρία



[η φωτογραφία αυτή της μάγιας λυμπεροπούλου δεν είναι από τις δούλες - αλλά είναι από την εποχή που έπαιζε στις δούλες - και αποδίδει υπέροχα την όψη της εκεί]

[better confess than adjudicate]



... i'd discovered that the reality of human bodies, despite the intricate psychic web that binds it, is often, and especially in the young, more agile than our expectations.

samuel r. delaney, the motion of light in water

Friday, February 10, 2006

waldo and oversoul


[hommage à sam delany, à la manière de heimkurst, with thanks to θ.]

Thursday, February 09, 2006

amazing yugop


and here's what i prepared earlier [with his help]

Wednesday, February 08, 2006

τόποι θανάτου



τόποι θανάτου όπου τα πάντα ανασαίνουν
καταισχύνη και οδύνη,
απογνώσεως σκληρής και μαύρης επικράτεια,
η φρίκη που η όψη σας μου εμπνέει
είναι το πιο μικρό δεινό απ’ όσα σχίζουν την καρδιά μου.
τόσου έρωτα αντικείμενο, η ομορφιά που με δένει,
το σκήπτρο αυτό που χάνω, των άθλων μου βραβείο,
όλα του αντίζηλού μου θα γενούν μερτικό,
ενόσω εγώ στα σίδερα έχω το θάρρος μόνο
που μετά βίας για τα δεινά μου αρκεί.


lieux funestes où tout respire
la honte et la douleur,
du désespoir sombre et cruel empire,
l’ horreur que votre aspect m’ inspire
est le moindre des maux qui déchirent mon coeur.
l’ objet de tant d’ amour, la beauté qui m’ engage,
le sceptre que je perds, ce prix de mes travaux,
tout va de mon rival devenir le partage,
tandis que dans les fers je n’ ai que mon courage
qui suffit à peine à mes maux.



jean philippe rameau [1683-1764] / charles-antoine le clerc de la bruyere, dardanus
4ème acte, scène 1 – prélude et air: “lieux funestes”

[john mark ainsley [dardanus], les musiciens du louvre / marc minkowski]

the man who led me to discovery of the day



sketchbooks_pages_47 by pinkkong

discovery of the day

Monday, February 06, 2006

caché


σημειώσεις


στα γαλλικά, κρυμμένος μπορεί να είναι μεταξύ των άλλων: ο άνθρωπος, ο άντρας [ο πρωταγωνιστής, αλλά και ο παρολίγον αδελφός του], το παρελθόν, αλλά και η κάμερα που καταγράφει

ο τηλεπαρουσιαστής παρακολουθείται μέσω βίντεο. η τηλεόραση φέρνει μια μελλοντική [; φανταστική;] –και απολύτως γνώριμη– φρίκη πολέμου και βίας μες στο αστικό καθιστικό: κραυγάζει ανάμεσα στα αναρίθμητα τακτοποιημένα βιβλία. αυτός κόβει και ράβει [φτηνιάρικα] την εκπομπή του [περί βιβλίων], κόβει και ράβει το παρελθόν του [νοιώθεται], κόβει και ράβει την επικοινωνία με τους οικείους του [αλλά δεν του βγαίνει το σχέδιο]



εύκολη η αντιμετώπιση της ταινίας ως σχολίου στην τωρινή φυλετική κατάσταση στην γαλλία [και όχι μόνο]. ωστόσο αν σκεφτούμε για μισό λεπτό πως ένα πλούσιο μοναχοπαίδι ενδεχομένως να αντιδρούσε έτσι ανεξαρτήτως χρώματος και ταξικής καταγωγής του υποψήφιου αδερφού [και πόσο εντέλει απέχουν πολλές ιστορίες πραγματικών αδερφιών απ’ αυτές που σκαρώνει ετούτος;] η προοπτική αλλάζει ανοίγεται

δεν είμαι βέβαιος πως η τελική σκηνή ‘αποκαλύπτει’ τίποτα σχετικά με την πλοκή [τα δυο παιδιά δεν μοιάζουν να συνομιλούν συνωμοτικά, αλλ’ εντελώς χαλαρά]. περισσότερο την είδα σαν δήλωση [ή ευχή;]: το παρελθόν, οι γονείς, τα έχουν σκατώσει – τα παιδιά μπορούν τουλάχιστον και μιλάνε χαμογελώντας

Sunday, February 05, 2006

genet

à danae, heimkurst, endmyworld, provokatura, ε.σ.



ότι η παράσταση που ανέβασε –ως εργοτάξιο θεάτρου / εργοτάξιο ζωής– ο λευτέρης βογιατζής με την μάγια λυμπεροπούλου, τη ρένη πιττακή και την μπέττυ αρβανίτη στις δούλες του ζενέ, θα ήταν σπουδαία, δεν είχα αμφιβολία. ήταν όμως συγκλονιστική.

ξεκινώντας από την θαυμάσια μετάφραση του δημήτρη δημητριάδη [κι ας μην με αγγίζουν τα δικά του γραπτά], και την πρώτη σκηνή, με την πιττακή να χορεύει μόνη [και θυμάται κανείς τον νεανικό χορό της ως ‘αηδόνα’ στους όρνιθες, το ροκ-εν-ρόλλ της στον ήχο του όπλου, και άλλες παρόμοιες στιγμές καθαρής χάρης], πριν την συνοδεύσει στο τανγκό η αρβανίτη, μέχρι την απίστευτη ερμηνεία της λυμπεροπούλου ως ‘κυρίας’ –με άλλη, αγνώριστη, τοποθέτηση φωνής, με ακκισμούς μπαλλεττικής λεπτότητος, χωρίς «να εξωθηθεί στην καρικατούρα», όπως ακριβώς προστάζει ο συγγραφέας– και το ευφυές σκηνικό της χλόης ομπολένσκι [της οποίας δουλειά –μετά την πρόσφατη συνεργασία της με την άννα κοκκίνου, και την επίσκεψη του πήτερ μπρουκ– είχαμε να δούμε στη χώρα μας από την δεκαετία του 1970, στο μπακτί του μπεζάρ – αν δεν γελιέμαι].

αντιγράφω από το επίμετρο της υποδειγματικής έκδοσης της μετάφρασης [νεφέλη], αποσπάσματα από συνέντευξη του ζενέ –που από το 1986 κείται στο παλιό ισπανικό κοιμητήριο του μαρόκου– στον αντουάν μπουρσεγιέ [μτφρ. δήμητρας κονδυλάκη], στους δελφούς, το 1981 –πέντε χρόνια πριν πεθάνει– ενώ ήταν ήδη άρρωστος με καρκίνο στον λάρυγγα*:



…στην ελλάδα [όπου έζησε τα χρόνια 1957-1960], για πρώτη φορά, αντίκρισα κάτι παράδοξο για μένα: σκιά […], αλλά συνυφασμένη με φως. […]. ήταν –και είναι– η μόνη χώρα στον κόσμο όπου ο λαός κατάφερε να λατρεύει, να τιμά αλλά και να αψηφά τους θεούς του. […] είμαι ευγνώμων στην ελλάδα γιατί μου έμαθε […] δύο πράγματα που δεν ήξερα: το μειδίαμα και την αμφισβήτηση του θείου.


…στα δεκαπέντε, δεκατέσσερα-δεκαπέντε, πέρασα μια αρρώστια μάλλον αρκετά βαριά, δηλαδή όχι και τόσο, μια παιδική αρρώστια τέλος πάντων, και κάθε μέρα στο κρατικό ορφανοτροφείο, στο νοσοκομείο του κρατικού ορφανοτροφείου, μια νοσοκόμα μου έφερνε μια καραμέλα λέγοντας: «σου τη στέλνει ο μικρός άρρωστος από το διπλανό δωμάτιο». κάποια στιγμή, ύστερα από δεκαπέντε μέρες, καλυτέρεψα. θέλησα να συναντήσω αυτό το παιδί που μου έστελνε την καραμέλα και να του πω ‘ευχαριστώ’, και είδα ένα αγόρι δεκαέξι-δεκαεφτά χρόνων, τόσο ωραίο που έσβησαν όλα όσα είχαν υπάρξει πριν για μένα. ο θεός, η παρθένος, η μαρία, κανείς τους πια δεν υπήρχε. ο θεός ήταν αυτός. και ξέρετε πώς τον έλεγαν αυτόν τον τύπο, το παιδί αυτό; τον έλεγαν ‘διάφορο’.

…[πιστεύω σε] ένα[ν θεό] που επινοώ, όπως επινοεί κανείς έναν κανόνα.

…βιβλία-ξεβιβλία, μια πλάκα είν’ όλα αυτά. ο χρόνος ο μετά από μας έχει νόημα μόνο για τις επόμενες γενιές, για μας όχι.

…αυτός που είμαι […] βρίσκεται ακόμα εν εξελίξει, σε φάση εργοταξιακή.



…φαίνεται ότι, όση λογική κι αν διαθέτουν, οι στρατευμένοι σ’ έναν κοινό σκοπό λειτουργούν αποκλειστικά με το κεφάλι. σώμα και πρόσωπο απουσιάζουν.
δεν ξέρω αν θα μπορούσα να κάνω έρωτα μ’ ένα στρατευμένο άτομο. δεν ξέρω αν θα μπορούσα να οικειοποιηθώ τον αγώνα ενός κορμιού ή ενός προσώπου χωρίς γοητεία [με αφορμή την υποστήριξή του προς τους παλαιστίνιους, στα στρατόπεδα των οποίων έζησε το 1970-71]. και η γοητεία δεν έγκειται στην ομορφιά, αλλά σ’ έναν τρόπο ύπαρξης που δεν έχω ούτε τον χρόνο ούτε τα μέσα, εξάλλου, να σας περιγράψω.

…είναι πολύ πιο δύσκολο να δραπετεύσεις όταν πρέπει απλώς να διασχίσεις ένα παρτέρι με λουλούδια παρά ένα τείχος [με αφορμή το αναμορφωτήριο του μετραί, του οποίου υπήρξε τρόφιμος από τα 15 ώς τα 18 του]. […] καμία καταπίεση με σκοπό τον σωφρονισμό δεν είναι τόσο ολοκ
ληρωτική που να εμποδίζει την ευτυχία να βλαστήσει. και η ζωή που καλλιεργούσαμε στις χαραμάδες του χρόνου ήταν ακόμα πιο πολύτιμη γιατί την είχαμε κλέψει από τους βασανιστές μας.



…κλέβοντας είχαμε ασυνείδητα θελήσει να
δραπετεύσουμε από αυτή την ηθική [την κρατούσα στην ‘έξω’ κοινωνία]. […] ως παιδιά στο μετραί είχαμε ήδη απορρίψει τη συνήθη ηθική, την κοινωνική ηθική της κοινωνίας σας, αφού φτάνοντας στο μετραί αποδεχόμασταν πολύ πρόθυμα αυτήν τη μεσαιωνική ηθική [ας ρίχνουμε από ’δω και μπρος ένα πλάγιο βλέμμα και προς τον φουκώ – με τον οποίον εξάλλου είχαν κάποτε κοινή πολιτκή δράση], που θέλει τον υποτελή να υπακούει στον ηγεμόνα, συνεπώς μια ιεραρχία πολύ, πολύ συγκεκριμένη και εδραιωμένη στην ισχύ, στην τιμή, σ’ αυτό που λέμε ακόμα τιμή και στον λόγο του καθενός, που μετρούσε πάνω απ’ όλα, ενώ, αντίθετα, σήμερα όλοι βασίζονται στον γραπτό λόγο, στο συμβόλαιο που υπογράφουμε και χρονολογούμε μπροστά στον συμβολαιογράφο, στα σωματεία κ.λπ.. [και λέει ο κούντερα στον πέπλο [μτφρ. γιάννη η. χάρη, εστία], μεταφέροντας την σκέψη του μαξ βέμπερ: ««ο καπιταλισμός και η σύγχρονη κοινωνία εν γένει» χαρακτηρίζονατι πρωτίστως από τον «γραφειοκρατικό εξορθολογισμό». […] το βασικό πρόβλημα της νεωτερικότητας [είναι η] «γραφειοκρατικοποίηση» της κοινωνικής ζωής που […] θα συνεχιστεί αδυσώπητα, όποιο κι αν είναι το σύστημα ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής.»]

…αν έχασα κάτι, αυτό έγινε από τη στιγμή που άρχισα να γράφω και ν’ αντλώ οικονομικά οφέλη από το γράψιμο. έχασα σίγουρα μια αγνότητα. μια αγνότητα που, αν είχα ποτέ, πήγαζε από την έλλειψη ασφάλειας.


…η μόνη μου επιτυχία στην κοινωνία θα μπορούσε να είναι της τάξεως: ελεγκτής λεωφορείου, χασαπόπαιδο ή κάτι τέτοιο. κι επειδή αυτού του είδους η επιτυχία μου προκαλούσε φρίκη, νομίζω ότι εκπαίδευσα τον εαυτό μου από πολύ μικρό να γνωρίζει συγκινήσεις τέτοιες που μόνο στο γράψιμο θα μπορούσαν να με οδηγήσουν. αν το να γράφεις σημαίνει να ρυθμίζεται η ζωή σου από συγκινήσεις ή συναισθήματα, συναισθήματα τόσο ισχυρά που μόνο καταφεύγοντας στην περιγραφή, την επίκληση ή την ανάλυσή τους μπορείς πραγματικά να τα καταλάβεις κι εσύ ο ίδιος, ε, τότε ναι, στο μετραί ξεκίνησα να γράφω, στα δεκαπέντε μου χρόνια. (εδώ διάβασα ρονσάρ και νερβάλ για πρώτη φορά. εδώ έμαθα την κλοπή αντί για την εργασία, τη σωτήρια κλοπή, που με οδήγησε στη φυλακή και τελικά και λίγο πέρα π’ αυτήν.)

ίσως το γράψιμο να ’ναι το μόνο που απομένει όταν έχεις εξοριστεί από τον χώρο του λόγου της τιμής.






πρωτοσυνάντησα τον ζενέ –ξεχνώντας την φευγαλέα, ενοχική θέαση σκηνών του καβγατζή του φασσμπίντερ σε φιλικό βίντεο– όταν βρήκα στα 18 μου, χρησιμοποιημένο, το notre-dame-des-fleurs, στην πανέμορφη έκδοση του 1966 [l’ arbalete, σχήμα 14 x 19 εκ.]. τότε –κι εν μέρει ακόμα– δεν μπορούσα μ’ ευκολία να διεισδύσω στο σύμπαν του – με την εμμονή στις διαστάσεις του πούτσου κάθε ήρωα, την ηδονική απόλαυση των κλανιών, κ.ο.κ.. πολύ αργότερα, ένας δυνατός έρωτας –ολοκληρωτικά “γυρνάμενος μες στο μυαλό” αυτός– επέμεινε πως πρέπει να τον ξαναεπισκεφτώ – κι αγόρασα όλα τα βιβλία του [η συντροφιά οδηγεί ενίοτε στην γνωριμία]. [σύντομα ανακάλυψα πως ο εν λόγω έρως μάλλον δεν πρέπει να εσκάμπαζε και πολλά απ’ αυτόν τον κόσμο.]

[homework: chant d’ amour [σκηνοθ. ζ. ζενέ, 1950], poison [todd haynes], diary of a shinjuku thief [nagisa oshima]]


* στις αγκύλες, παραλείψεις και σχόλια δικά μου

Saturday, February 04, 2006

οι δεινόσαυροι μου 'φάγαν την εφημερίδα

[τρία σάββατα τώρα - τι κακό κι αυτό!]

Friday, February 03, 2006

βόηθαfaune



γλιτώσαμε, θ. μου, γλιτώσαμε!